2. Η νόνα Μέσα στην ησυχία του βραδιού, την ερημιά που στο σοκάκι είχε πέσει, ήκουσα βήματα ανάλαφρα, αργά και ένα φως εχύθη στης αυλής τη μέση. Ένα κοράσιο με παράστημα στητό, φαγάκι επήγαινε της νόνας στο κρεβάτι κι απ’την κουρτίνα τ’αψηλού παραθυριού, ως τράβηξε ευθύς, το φως εχάθη. Στο δρόμο αλυχτούσε ένα σκυλί, καθώς τα βλέφαρα επροσπάθουν για να κλείσω, κι ήρθε ένα όνειρο ξεκάθαρο πολύ, στάλες τα δάκρυα επρόκειτο να χύσω. Νέος στρατιώτης με ολόχρυση στολή σπαθί στο χέρι του εκράτουν κι ως με είδε την χείραν του έτειν’ έμπροσθέν μου, την τρομερή απέκοψε θολούρα των ματιών μου. Προχώρησε στης κάμαρας το βάθος κι αφού επέρασε καταμεσής του τοίχου πήγε και στάθηκε στ’αντικρινό κατώφλι κι ακούστηκε ο ήχος παραθύρου. Κι ως έτεινα την κεφαλήν για να κοιτάξω η νόνα εκοιμήθη αισίως κι απέμεινε η κόρη δίπλα στο κρεβάτι να χύνει δάκρυα καυτά ησύχως. Την άλλη μέρα...