Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα που μου ζητήθηκε στο ταξίδι σπουδών που μόλις ολοκλήρωσα, ήταν και μια διασκευή στην τελευταία σκηνή του διάσημου έργου του Σάμιουελ Μπέκετ "Περιμένοντας τον Γκοντό". Την υπόθεση του έργου θα τη βρείτε εύκολα, σας παραθέτω το δικό μου κείμενο, ελπίζοντας να το βρείτε διασκεδαστικό. Σίγουρα θα σας κάνει να σκεφτείτε πολλά. ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Έτσι όπως καθόμαστε εδώ και περιμένουμε τον Γκοντό σκέφτομαι... ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Τι σκέφτεσαι; Εγώ νύσταξα.(βγάζει τις αρβύλες του και γέρνει κουρασμένος στο πλάι) ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Σκέφτομαι να πάμε αύριο να βρούμε εμείς τον Γκοντό. Ε, με άκουσες; (τον σκουντάει, εκείνος δεν ανταποκρίνεται. Του πετάει την αρβύλα.) ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Ωχ! Το κεφάλι μου, τι σου έφταιξα ο καημένος; ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Να μάθεις να με προσέχεις!Λοιπόν, για πες, συμφωνείς; ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Για ποιο πράγμα; ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Να πάμε εμείς στον Γ...
Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο
2. Η νόνα Μέσα στην ησυχία του βραδιού, την ερημιά που στο σοκάκι είχε πέσει, ήκουσα βήματα ανάλαφρα, αργά και ένα φως εχύθη στης αυλής τη μέση. Ένα κοράσιο με παράστημα στητό, φαγάκι επήγαινε της νόνας στο κρεβάτι κι απ’την κουρτίνα τ’αψηλού παραθυριού, ως τράβηξε ευθύς, το φως εχάθη. Στο δρόμο αλυχτούσε ένα σκυλί, καθώς τα βλέφαρα επροσπάθουν για να κλείσω, κι ήρθε ένα όνειρο ξεκάθαρο πολύ, στάλες τα δάκρυα επρόκειτο να χύσω. Νέος στρατιώτης με ολόχρυση στολή σπαθί στο χέρι του εκράτουν κι ως με είδε την χείραν του έτειν’ έμπροσθέν μου, την τρομερή απέκοψε θολούρα των ματιών μου. Προχώρησε στης κάμαρας το βάθος κι αφού επέρασε καταμεσής του τοίχου πήγε και στάθηκε στ’αντικρινό κατώφλι κι ακούστηκε ο ήχος παραθύρου. Κι ως έτεινα την κεφαλήν για να κοιτάξω η νόνα εκοιμήθη αισίως κι απέμεινε η κόρη δίπλα στο κρεβάτι να χύνει δάκρυα καυτά ησύχως. Την άλλη μέρα...
Οι μακρινοί μου γείτονες μένουν σε ένα σπίτι που βλέπω από το παράθυρό μου, αλλά δεν τους ξέρω προσωπικά. Τους συμπαθώ πολύ. Τους παρατηρώ από το ίδιο παράθυρο κάθε χρόνο. Είναι ευαίσθητοι πολύ και τους αρέσουν τα Χριστούγεννα, γιατί πάντα στολίζουν πρώτοι για τη μεγάλη γιορτή. Μα δεν τους αδικώ καθόλου. Γιατί σαν μπήκε ο Νοέμβρης ο αέρας άρχισε αμέσως να μυρίζει αλλιώς. Άρχισα να θέλω να μυρίζει το σπίτι πορτοκάλι και κανέλα και ανθόνερο. Άρχισα να ψάχνω στολισμένες βιτρίνες και να σχεδιάζω τον στολισμό του σπιτιού και του σχολείου για τα Χριστούγεννα. Η θερμοκρασία πλέον έχει πέσει, αλλά η καρδιά έκανε πάλι εκείνο το "κρακ" κι έσπασε από συγκίνηση, γιατί θέλει να κάνει τα πάντα με αγάπη κι από αγάπη κι ας μην καταλαβαίνουνε πολλοί πώς είναι μια τέτοια αίσθηση, να δίνεις κι όμως να νιώθεις γεμάτος, να νιώθεις ότι μπορείς να βοηθήσεις κάπου και να το κάνεις κι ας στεναχωριέσαι που δεν προλαβαίνεις να είσαι πάντα εκεί που σε χρειάζονται... Είναι κι εκείνη η αίσθησ...

