Όσα τα μάτια βλέπουν
όσα η ψυχή χωράει,
όσα ο νους φαντάζεται
κι ας μην τα μαρτυράει...
όλα εδώ βρίσκουν τη θέση τους...στο μονοπάτι της ζωής μου...
το άνοιξα με δύναμη ορμώντας προς το μέλλον.
Λήψη συνδέσμου
Facebook
X
Pinterest
Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
Άλλες εφαρμογές
...και βασανίζω τα γράμματα να γίνουν λέξεις
κι αν, ίσως, παίξεις με αυτά,
η χαρά χελιδόνι που γύρισε σε ζεστές σφαίρες!
Λήψη συνδέσμου
Facebook
X
Pinterest
Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
Άλλες εφαρμογές
Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα που μου ζητήθηκε στο ταξίδι σπουδών που μόλις ολοκλήρωσα, ήταν και μια διασκευή στην τελευταία σκηνή του διάσημου έργου του Σάμιουελ Μπέκετ "Περιμένοντας τον Γκοντό". Την υπόθεση του έργου θα τη βρείτε εύκολα, σας παραθέτω το δικό μου κείμενο, ελπίζοντας να το βρείτε διασκεδαστικό. Σίγουρα θα σας κάνει να σκεφτείτε πολλά. ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Έτσι όπως καθόμαστε εδώ και περιμένουμε τον Γκοντό σκέφτομαι... ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Τι σκέφτεσαι; Εγώ νύσταξα.(βγάζει τις αρβύλες του και γέρνει κουρασμένος στο πλάι) ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Σκέφτομαι να πάμε αύριο να βρούμε εμείς τον Γκοντό. Ε, με άκουσες; (τον σκουντάει, εκείνος δεν ανταποκρίνεται. Του πετάει την αρβύλα.) ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Ωχ! Το κεφάλι μου, τι σου έφταιξα ο καημένος; ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Να μάθεις να με προσέχεις!Λοιπόν, για πες, συμφωνείς; ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Για ποιο πράγμα; ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Να πάμε εμείς στον Γ...
Μια ακόμη ιστορία, που αποτελεί σενάριο για τηλεταινία. Η υπόθεσή του θεωρώ ότι είναι ενδιαφέρουσα, επίκαιρη, μια ιστορία με ανθρώπους της διπλανής πόρτας. Τίτλος: “ Άσπονδοι φίλοι” Ο κύριος Ισίδωρος είναι συνταξιούχος και χήρος με 2 μεγάλα παιδιά στην Ολλανδία. Ζει μόνος στο μικρό του διαμέρισμα στην Κυψέλη. Κάθε απόγευμα βγαίνει και πηγαίνει στο μικρό καφενεδάκι κοντά στο σπίτι του. Πίνει τον καφέ του και τρώει το λουκούμι που τον συνοδεύει. Παίζει τάβλι με τους φίλους του. Ο μόνος με τον οποίο δεν τα πηγαίνει καλά και μαλώνει συνεχώς, είναι ο κυρ Αναστάσης, γεροντοπαλίκαρο και αρκετά παράξενος. Μένει στο διπλανό σπίτι. Τσακώνονται για τα πολιτικ...
2. Η νόνα Μέσα στην ησυχία του βραδιού, την ερημιά που στο σοκάκι είχε πέσει, ήκουσα βήματα ανάλαφρα, αργά και ένα φως εχύθη στης αυλής τη μέση. Ένα κοράσιο με παράστημα στητό, φαγάκι επήγαινε της νόνας στο κρεβάτι κι απ’την κουρτίνα τ’αψηλού παραθυριού, ως τράβηξε ευθύς, το φως εχάθη. Στο δρόμο αλυχτούσε ένα σκυλί, καθώς τα βλέφαρα επροσπάθουν για να κλείσω, κι ήρθε ένα όνειρο ξεκάθαρο πολύ, στάλες τα δάκρυα επρόκειτο να χύσω. Νέος στρατιώτης με ολόχρυση στολή σπαθί στο χέρι του εκράτουν κι ως με είδε την χείραν του έτειν’ έμπροσθέν μου, την τρομερή απέκοψε θολούρα των ματιών μου. Προχώρησε στης κάμαρας το βάθος κι αφού επέρασε καταμεσής του τοίχου πήγε και στάθηκε στ’αντικρινό κατώφλι κι ακούστηκε ο ήχος παραθύρου. Κι ως έτεινα την κεφαλήν για να κοιτάξω η νόνα εκοιμήθη αισίως κι απέμεινε η κόρη δίπλα στο κρεβάτι να χύνει δάκρυα καυτά ησύχως. Την άλλη μέρα...