Πώς;
Πώς να ‘ναι άραγε να ενώνεις
Έναν ολόκληρο λαό κάτω απ’ τη σκέψη σου;
Να κάνεις όνειρα,
να πλάθεις μουσική,
να πιάνεις το χώμα
και να του δίνεις ζωή;
Πώς να ‘ναι άραγε να βλέπεις
Το πρόσωπό σου στα μάτια του άλλου,
Να νιώθεις χαρά στο γέλιο του,
Τη λύπη στο δάκρυ του;
Να παίζουν τα μάτια, τα χέρια, η ψυχή σου,
Όπως τα ακούραστα παιδικά κορμιά κυλιούνται στο
γρασίδι;
Πώς να ‘ναι άραγε η γιορτή της χαράς,
Η γλύκα της αγάπης και του έρωτα,
Η γνώση της ζωής και του θανάτου;
Πώς να ‘ναι άραγε να νιώθεις
Πως κάποτε δε θα ‘σαι εδώ,
Χωρίς τη λύπη στην καρδιά,
Για κάτι όμορφο, αν και μακριά,
Αν και σκοτάδι στα γιαπιά
Που κατοικούν οι σκλάβοι;
Μαύρε μου σταυραϊτέ,
Έλα και πέταξε πάνω απ’ το δάσος,
Έλα και σκίσε με το ράμφος σου
Τον ατσαλένιο φόβο που κατοικεί εδώ,
Καν’ την καρδιά μου σπίτι σου.
Κατέβα λίγο χαμηλά,
Στη νότα της αγάπης και του πόνου,
Δώσ’ μου αέρα στα πανιά,
Κρύσταλλα μαχαίρια, σπαθιά.
Πώς να αντέξεις να πονάς,
Η ζωή να είν’ εδώ κι εσύ να ξενυχτάς
Στα μαύρα χαρακώματα
Της θλίψης και του μίσους;
Μικρή ζωή, αχ, θα σε πιάσω,
Μα μόνο όταν ζήσω κι εγώ,
Όταν ελευθερωθώ!
Δεσμά του φόβου δεν υπάρχουν πια!
20/10/95