- Έγραφες ποιήματα με μουσική,
έδινες στα χαρτιά ζωή με τα πινέλα σου,
έπαιρνες χρώμα απ' την ψυχή σου κι έβαφες τα όνειρά σου,
που τα' κανες πραγματικότητα μια νύχτα με φεγγάρι.
Ο φόβος δε χωρά τώρα ανάμεσά μας,
είναι πουλί,κοράκι,όρνιο,
η μαριονέτα των κακών,
που την κουνούν μπροστά σου επιδεικτικά
κι εσύ γελάς με την ψυχή σου,
γιατί κατάλαβες ποιος κρύβεται πίσω από τη μαριονέτα.
Δε θέλεις γκρίζα μεγαλεία,
το χρώμα του ψεύδους να κυριεύει,
αυτό που κάνεις σε γεμίζει χαρά,
ποτάμι που κυλά ανάμεσα στα μάτια σου
καθώς κλαις από ευτυχία,
γιατί έκανες τους άλλους να γελάσουν,
να νιώσουν ευτυχισμένοι,
ότι έχουν αξία κι ότι δεν είναι μαριονέτες.
Είσαι ένας άνθρωπος που το φορτίο σου το έκανες παιχνίδι.
Μακάρι να είσαι πάντα έτσι.
8/5/93
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα που μου ζητήθηκε στο ταξίδι σπουδών που μόλις ολοκλήρωσα, ήταν και μια διασκευή στην τελευταία σκηνή του διάσημου έργου του Σάμιουελ Μπέκετ "Περιμένοντας τον Γκοντό". Την υπόθεση του έργου θα τη βρείτε εύκολα, σας παραθέτω το δικό μου κείμενο, ελπίζοντας να το βρείτε διασκεδαστικό. Σίγουρα θα σας κάνει να σκεφτείτε πολλά. ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Έτσι όπως καθόμαστε εδώ και περιμένουμε τον Γκοντό σκέφτομαι... ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Τι σκέφτεσαι; Εγώ νύσταξα.(βγάζει τις αρβύλες του και γέρνει κουρασμένος στο πλάι) ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Σκέφτομαι να πάμε αύριο να βρούμε εμείς τον Γκοντό. Ε, με άκουσες; (τον σκουντάει, εκείνος δεν ανταποκρίνεται. Του πετάει την αρβύλα.) ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Ωχ! Το κεφάλι μου, τι σου έφταιξα ο καημένος; ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Να μάθεις να με προσέχεις!Λοιπόν, για πες, συμφωνείς; ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Για ποιο πράγμα; ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Να πάμε εμείς στον Γ...
