Κοριτσάκι εσύ, έκανες μεγάλο ταξίδι, μέχρι να θαυμάσω το παιδικό σου πρόσωπο των έντεκα χρόνων. Το ομοίωμά σου, καθώς υπολόγισαν, θαυμάζω στο μουσείο. Μέσα στους αιώνες κρυβόσουν κάτω απ’ το χώμα, που τόσο πρόωρα έγινε σπίτι σου,εκεί,στον Κεραμεικό. Πώς ένιωθες άραγε;Φοβόσουν το τέλος που τόσο γρήγορα ήρθε για σένα; Δε θα το μάθουμε ποτέ. Είχες κοντά σου αγαπημένα πρόσωπα; Της μάνας σου ένιωθες, άραγε, το χέρι, μες στου θανάτου τον τρελό χορό εκείνες τις ημέρες ή μόνη γύριζες με πυρετό διψώντας και τρεκλίζοντας; Θα έπαιζες πεσσούς, ζατρίκιο με τα παιδιά κι άλλα παιχνίδια τρέχοντας και μαλώνοντας μαζί τους; Μέσα στην παιδική σου αθωότητα κατάλαβες όμως ότι νόσησες; Βρέθηκες πλάι σε μωρά σε τάφο ομαδικό, μια λύση ανάγκης για τους τόσους νεκρούς, στην Αθήνα του 430 π.Χ. Ναι,κυκλοφορούσες δίπλα στον Περικλή, που πέθανε απ’τον λοιμό, όπως κι εσύ. Στα παιδικά σου μάτια, που τόσο εκστατικά κοιτούν, σίγουρα η όψη της Αθ...