2. Η νόνα Μέσα στην ησυχία του βραδιού, την ερημιά που στο σοκάκι είχε πέσει, ήκουσα βήματα ανάλαφρα, αργά και ένα φως εχύθη στης αυλής τη μέση. Ένα κοράσιο με παράστημα στητό, φαγάκι επήγαινε της νόνας στο κρεβάτι κι απ’την κουρτίνα τ’αψηλού παραθυριού, ως τράβηξε ευθύς, το φως εχάθη. Στο δρόμο αλυχτούσε ένα σκυλί, καθώς τα βλέφαρα επροσπάθουν για να κλείσω, κι ήρθε ένα όνειρο ξεκάθαρο πολύ, στάλες τα δάκρυα επρόκειτο να χύσω. Νέος στρατιώτης με ολόχρυση στολή σπαθί στο χέρι του εκράτουν κι ως με είδε την χείραν του έτειν’ έμπροσθέν μου, την τρομερή απέκοψε θολούρα των ματιών μου. Προχώρησε στης κάμαρας το βάθος κι αφού επέρασε καταμεσής του τοίχου πήγε και στάθηκε στ’αντικρινό κατώφλι κι ακούστηκε ο ήχος παραθύρου. Κι ως έτεινα την κεφαλήν για να κοιτάξω η νόνα εκοιμήθη αισίως κι απέμεινε η κόρη δίπλα στο κρεβάτι να χύνει δάκρυα καυτά ησύχως. Την άλλη μέρα...
Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα που μου ζητήθηκε στο ταξίδι σπουδών που μόλις ολοκλήρωσα, ήταν και μια διασκευή στην τελευταία σκηνή του διάσημου έργου του Σάμιουελ Μπέκετ "Περιμένοντας τον Γκοντό". Την υπόθεση του έργου θα τη βρείτε εύκολα, σας παραθέτω το δικό μου κείμενο, ελπίζοντας να το βρείτε διασκεδαστικό. Σίγουρα θα σας κάνει να σκεφτείτε πολλά. ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Έτσι όπως καθόμαστε εδώ και περιμένουμε τον Γκοντό σκέφτομαι... ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Τι σκέφτεσαι; Εγώ νύσταξα.(βγάζει τις αρβύλες του και γέρνει κουρασμένος στο πλάι) ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Σκέφτομαι να πάμε αύριο να βρούμε εμείς τον Γκοντό. Ε, με άκουσες; (τον σκουντάει, εκείνος δεν ανταποκρίνεται. Του πετάει την αρβύλα.) ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Ωχ! Το κεφάλι μου, τι σου έφταιξα ο καημένος; ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Να μάθεις να με προσέχεις!Λοιπόν, για πες, συμφωνείς; ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Για ποιο πράγμα; ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Να πάμε εμείς στον Γ...
Κοριτσάκι εσύ, έκανες μεγάλο ταξίδι, μέχρι να θαυμάσω το παιδικό σου πρόσωπο των έντεκα χρόνων. Το ομοίωμά σου, καθώς υπολόγισαν, θαυμάζω στο μουσείο. Μέσα στους αιώνες κρυβόσουν κάτω απ’ το χώμα, που τόσο πρόωρα έγινε σπίτι σου,εκεί,στον Κεραμεικό. Πώς ένιωθες άραγε;Φοβόσουν το τέλος που τόσο γρήγορα ήρθε για σένα; Δε θα το μάθουμε ποτέ. Είχες κοντά σου αγαπημένα πρόσωπα; Της μάνας σου ένιωθες, άραγε, το χέρι, μες στου θανάτου τον τρελό χορό εκείνες τις ημέρες ή μόνη γύριζες με πυρετό διψώντας και τρεκλίζοντας; Θα έπαιζες πεσσούς, ζατρίκιο με τα παιδιά κι άλλα παιχνίδια τρέχοντας και μαλώνοντας μαζί τους; Μέσα στην παιδική σου αθωότητα κατάλαβες όμως ότι νόσησες; Βρέθηκες πλάι σε μωρά σε τάφο ομαδικό, μια λύση ανάγκης για τους τόσους νεκρούς, στην Αθήνα του 430 π.Χ. Ναι,κυκλοφορούσες δίπλα στον Περικλή, που πέθανε απ’τον λοιμό, όπως κι εσύ. Στα παιδικά σου μάτια, που τόσο εκστατικά κοιτούν, σίγουρα η όψη της Αθ...



